ἑπταπήχει

ἑπτάπηχυς
seven cubits long
masc/neut dat sg
ἑπταπήχεϊ , ἑπτάπηχυς
seven cubits long
masc/neut dat sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σορός — η, ΝΑ 1. μνήμα, σαρκοφάγος («ὀρύσσων ἐπέτυχον σορῷ ἑπταπήχει», Ηρόδ.) 2. φέρετρο, κάσα («σορὸν ὠνήσει», Αριστοφ.) νεοελλ. το σώμα τού νεκρού αρχ. 1. αγγείο για εναπόθεση και φύλαξη τών λειψάνων, τών οστών τού νεκρού 2. σκωπτική ονομασία γέροντα ή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.